Ποιοι κανουν παρτι μετα το Παρισι

parisiΤρεις μέρες μετά τα γεγονότα της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι, ο επικεφαλής της CIA, Τζον Μπρέναν, φρόντισε να αποκαλύψει τη δική του, αλλότρια, ατζέντα: Για εκείνον η απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας δεν μπορούσε παρά να συνδέεται με την απειλή του… Έντουαρντ Σνόουντεν. Χρησιμοποίησε, με άλλα λόγια, τη νωπή αιματηρή τραγωδία σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα για να πλήξει τις αλυσιδωτές συνέπειες που είχαν οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν στο αντιτρομοκρατικό οικοδόμημά του. Ειδικότερα, επιχείρησε να στοχοποιήσει τους περιορισμούς που έχει θέσει το USA Freedom Act, ο αμερικανικός νόμος ο οποίος τερμάτισε την ευχέρεια των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ να προβαίνουν σε μαζική συλλογή δεδομένων από τις τηλεπικοινωνίες μεταξύ Αμερικανών πολιτών και παράλληλα υποχρέωνε τα μυστικά δικαστήρια Διεθνούς Επιτήρησης Πληροφοριών να δημοσιεύουν τις σημαντικότερες αποφάσεις τους.

Ήδη δυο μέρες νωρίτερα, μια μέρα μετά την επίθεση, στους NewYorkTimes αναπαράγονταν τα γενικόλογα επιχειρήματα ανώνυμων αλλά καλά ενημερωμένων στελεχών των υπηρεσιών ασφαλείας, σύμφωνα με τους οποίους «οι επιτιθέμενοι επικοινωνούσαν κάνοντας χρήση κρυπτογράφησης».

Πρώτος στόχος: η κρυπτογράφηση

Για όσους παρακολουθούν τις διεργασίες γύρω από τις πολιτικές στο χώρο των υπηρεσιών ασφαλείας, τα συγχρονισμένα αντανακλαστικά των Ευρωπαίων και Αμερικανών αξιωματούχων ασφαλείας δεν έβαζαν τυχαία στο κάδρο το ζήτημα της κρυπτογράφησης αμέσως μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Σύμφωνα πάντως με τις διαθέσιμες αποδείξεις, οι δράστες έκαναν μάλλον περιορισμένη και πρωτόλεια χρήση μέσων επικοινωνίας ή, διαφορετικά, δεν υπάρχουν αρκετές αποδείξεις ότι έκαναν εκτεταμένη χρήση κρυπτογράφησης.

Γιατί τότε στελέχη της κοινότητας των υπηρεσιών ασφαλείας, όπως ο επίτροπος της αστυνομίας της Νέας Υόρκης Μπιλ Μπράτον, ο οποίος ζήτησε να καταστεί άμεσα παράνομη η κρυπτογράφηση, σπεύδουν να δώσουν προτεραιότητα σε αυτό το θέμα;

Η κρυπτογράφηση είναι εδώ και χρόνια ο βασικός πονοκέφαλος των υπηρεσιών ασφαλείας και ίσως ο λόγος που απέτυχαν να ελέγξουν και να περιορίσουν την υπόθεση Σνόουντεν, αφότου αυτή είχε ξεσπάσει. Είναι ουσιαστικά, στην παρούσα φάση, η μεγαλύτερη τεχνική και πολιτική πρόκληση για το κατεστημένο των υπηρεσιών ασφαλείας, και ως συνήθως το momentum που δημιουργεί μια τρομοκρατική επίθεση αποτελεί θείο δώρο στην προσπάθεια που καταβάλλουν για επέκταση της εξουσίας τους.

Η λογική αυτή συμπυκνώνεται στα επιχειρήματα του Ρόμπερτ Λιτ (σημαντικού νομικού συμβούλου του κατεστημένου ασφαλείας στις ΗΠΑ), τα οποία έγιναν γνωστά όταν η ιδιωτική ηλεκτρονική αλληλογραφία του διέρρευσε και δημοσιεύτηκε από την Washington Post. Σύμφωνα με τον Λιτ, το κλίμα ενάντια στην αυστηρή νομοθέτηση κατά της δυνατότητας κρυπτογράφησης «θα μπορούσε να ανατραπεί σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης ή εγκληματικού γεγονότος, όπου η κρυπτογράφηση μπορεί να εμφανιστεί ως βασικός παράγοντας που δυσχεραίνει την επιβολή του νόμου». Ωστόσο, η κρυπτογράφηση δεν ήταν παρά μία μόνο λεπτομέρεια στην ατζέντα που ενεργοποιήθηκε εκείνες τις ημέρες.

Μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης

Μέσα σε λίγες ώρες από τις επιθέσεις στο Παρίσι, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ και ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς προσφέρουν στους μηχανισμούς ασφαλείας υπερεξουσίες πέρα από κάθε έλεγχο της δικαστικής εξουσίας και ανακοινώνουν την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων στα σύνορα της χώρας.

Οι υπηρεσίες ασφαλείας και η αστυνομία μπορούν να κάνουν έρευνα σε σπίτια και άλλους χώρους χωρίς εισαγγελική συνδρομή ή εντάλματα. Να επιβάλλουν κατ’ οίκον περιορισμό και να κατάσχουν οπλισμό, ακόμα και αν αυτός έχει αποκτηθεί νόμιμα.

Απαραίτητα ή όχι, τα μέτρα ήταν ολοφάνερα προαποφασισμένα, αφού τη στιγμή που ανακοινώνονταν δεν είχαν καν αποσαφηνιστεί τα γεγονότα της νύχτας.

Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και οι αρμοδιότητες που προβλέπει θα επικυρωθούν και από το Κοινοβούλιο αργότερα, επεκτείνοντας τη διάρκειά του για τρεις μήνες.

Εκμηδενισμός του ρόλου των δικαστών

Ο πειρασμός για κατάχρηση αυτών των εξουσιών είναι αντιληπτός, ενώ η αμεσότητα και το εύρος τους είναι εντυπωσιακά: Τις πρώτες εβδομάδες μετά τις επιθέσεις και μέχρι τη διεξαγωγή της συνόδου για την κλιματική αλλαγή στο Παρίσι, στις αρχές Δεκεμβρίου, είχαν διενεργηθεί χιλιάδες έλεγχοι, πολλές φορές εντελώς άστοχοι, με μόνη αφορμή τη θρησκευτική ταυτότητα του στόχου. Εν αναμονή της συνόδου, η γαλλική αστυνομία θα κάνει χρήση των έκτακτων αρμοδιοτήτων που είχε για να στοχοποιήσει ακτιβιστές που σκόπευαν να διαδηλώσουν.

Από νωρίς η Ένωση Δικαστών της χώρας εξέφρασε τις ανησυχίες της: «Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μεταβάλλει επικίνδυνα τη φύση και την έκταση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των διοικητικών αρχών. Ο περιορισμός ατομικών και συλλογικών ελευθεριών δεν θα εξετάζεται πλέον και δεν θα δικαιολογείται ανά περίπτωση, αλλά θα λειτουργεί υπό το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης. Τα εντάλματα έρευνας θα εκδίδονται από τη Νομαρχία [στη Γαλλία κατά τόπους κρατική αρχή], χωρίς να προσδιορίζεται σχέση με αδίκημα και χωρίς έλεγχο της δικαστικής αρχής, η οποία μόνο θα ενημερώνεται. Το ίδιο ισχύει και για τον κατ’ οίκον περιορισμό, που θα αποφασίζεται επίσης κάτω από ένα θολό και ασαφές πλαίσιο κινδύνου διατάραξης της δημόσιας τάξης. Όσον αφορά τον δικαστικό ρόλο, έχει εκμηδενιστεί».

Οι ανησυχίες της Ένωσης Δικαστών γρήγορα αποδείχθηκαν βάσιμες: Δύο εβδομάδες αργότερα, δικηγόροι και οργανώσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων είχαν ήδη εντοπίσει πολλές αστοχίες από την αστυνομία και εξέφραζαν φόβους για γενικευμένη στοχοποίηση και στιγματισμό του μουσουλμανικού στοιχείου. Πολύ περισσότερο, η καταχρηστική εφαρμογή του μέτρου για κατ’ οίκον περιορισμό είχε άμεσα αποτελέσματα κοινωνικού αποκλεισμού σε περιπτώσεις ανθρώπων που ενοχοποιούνται με ελάχιστες ή και καθόλου αποδείξεις, καθιστώντας αδύνατη την εργασία τους (Guardian, 26.11.2015).

Στον νέο «διαρκή πόλεμο» ενάντια στην τρομοκρατία που έχει αναλάβει το ανερχόμενο γεράκι της σοσιαλδημοκρατίας, ο Μανουέλ Βαλς, τέτοιου είδους ευαισθησίες αποτελούν λεπτομέρειες. Απαντώντας στην κριτική, ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν είναι η ώρα να κουβεντιάσουμε πολύπλοκα κοινωνικά προβλήματα. Προτεραιότητα είναι η «ασφάλεια και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας».

Αυτό που αποφεύγει να παραδεχτεί ο Βαλς είναι ότι αυτές ήταν οι προτεραιότητές του και πριν από την επίθεση στο Παρίσι. Ο νέος αντιτρομοκρατικός νόμος, που είχε σχεδιαστεί μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo και ήταν έτοιμος πριν από τις επιθέσεις στο Παρίσι, διεύρυνε εντυπωσιακά τις δικαιοδοσίες επιτήρησης και έδινε στις αρχές εξουσίες παρόμοιες με αυτές του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Το πρόβλημα πλέον για τον σκληρό Βαλς δεν είναι πώς θα δικαιολογήσει την παροχή τόσης ανεξέλεγκτης εξουσίας στις αρχές αλλά πώς θα μονιμοποιήσει αυτήν την πραγματικότητα. Κάτι που, όπως θα φανεί μετά το Παρίσι, αποτελεί σχεδόν καθολική προτεραιότητα των Ευρωπαίων ηγετών.

Ώρα για πόλεμο

Όπως παρατηρεί σε άρθρο του ο πολιτικός επιστήμονας Γιώργος Βασσάλος, στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Δευτέρας 16 Νοεμβρίου η Γαλλία θα ζητήσει από τους Ευρωπαίους εταίρους της την ενεργοποίηση του άρθρου 42/7 της Συνθήκης της Ε.Ε. Αυτό προβλέπει ότι «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους».

Όπως εξηγεί ο Βασσάλος, «η Γαλλία επέλεξε να ζητήσει την ενεργοποίηση αυτού του άρθρου, ενώ υπάρχει άλλο ειδικό άρθρο για περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης (άρθρο 222), και έλαβε ομόφωνη στήριξη από τους “εταίρους” της». Πρόκειται για μια επιλογή ενδεικτική τού πώς ερμηνεύουν τα κέντρα εξουσίας τα γεγονότα των ημερών. Είναι σαφές ότι η Γαλλία έχει αποφασίσει ότι έφτασε η ώρα για πόλεμο, κι όταν έχεις πόλεμο δεν μπορεί να παίρνεις στα σοβαρά την γκρίνια των οργανώσεων υπεράσπισης δικαιωμάτων και μερικών ανήσυχων στελεχών του δικαστικού σώματος.

H νεκρανάσταση του PNR

Το άρθρο 42/7 είναι απλώς μια πρόγευση του τι θα επακολουθήσει.

Την εβδομάδα που μεσολάβησε μεταξύ των επιθέσεων στο Παρίσι (13 Νοεμβρίου) και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Υπουργών (Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης) της 20ής Νοεμβρίου, ένα θέμα που σπανίως είχε απασχολήσει εκείνη την περίοδο την επικαιρότητα της ατζέντας των Βρυξελλών σκαρφαλώνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο προσκήνιο. Πρόκειται για την υλοποίηση ενός ακόμη συστημάτος επιτήρησης που τα τελευταία χρόνια η Επιτροπή έχει σχεδιάσει, προωθήσει πολιτικά και χρηματοδοτήσει. Έτσι, τα δεδομένα τύπου Passengers Name Record (PNR, Αρχείο Ονομάτων Επιβατών) ξαφνικά προβάλλεται επαναλαμβανόμενα και από πάρα πολλές πηγές ως το νούμερο ένα θέμα! Στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, στελέχη συντηρητικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, όπως ο Λιθουανός υπουργός Εσωτερικών, ευρωβουλευτές του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP) κι από κοντά, δύο μέρες πριν το Συμβούλιο Υπουργών, ο αρμόδιος για θέματα μετανάστευσης Δημήτρης Αβραμόπουλος, όλοι τους θα φροντίσουν να υπογραμμίσουν την αντιτρομοκρατική σημασία του PNR και να επισημάνουν ότι είναι αναγκαίο εδώ και τώρα. Ακόμα πιο εντυπωσιακό: Την ίδια μέρα διαρρέει στον Τύπο το τρισέλιδο κείμενο πρότασης της Γαλλίας για το επερχόμενο Συμβούλιο, όπου, καθόλου τυχαία, βάζει ως προτεραιότητα την άμεση δημιουργία του συστήματος PNR.

Κρεάς ή ψάρι; Πες μας τι τρως στο αεροπλάνο

Τι ζητούν όλοι αυτοί; Τα PNR δεδομένα είναι πληροφορίες που παρέχονται από επιβάτες, τις οποίες συλλέγουν και διατηρούν οι αερομεταφορείς. Περιλαμβάνουν δεδομένα όπως ονοματεπώνυμο, ημερομηνίες ταξιδιών, πρόγραμμα πτήσεων, αριθμό θέσης του επιβάτη, αποσκευές, στοιχεία επικοινωνίας και τρόπο πληρωμής, μέχρι και το φαγητό που προτιμά ο επιβάτης κατά την πτήση. Η Επιτροπή είχε προτείνει την έκδοση Οδηγίας που θα ρυθμίζει την υποχρεωτική μεταφορά αυτών των δεδομένων από τους αερομεταφορείς στα κράτη μέλη, καθώς και τους όρους επεξεργασίας για υποθέσεις σοβαρών εγκλημάτων και τρομοκρατίας.

Ήταν τόσο κρίσιμο αυτό το θέμα στις Βρυξέλλες πριν τα γεγονότα του Παρισιού, ώστε να αναχθεί σε υπ’ αριθμόν ένα θέμα την επομένη της 13ης Νοεμβρίου; Ψάχνοντας την ιστορία του, μάλλον όχι. Πρώτη φορά η Επιτροπή προτείνει τη δημιουργία του το 2007, αλλά τότε ακόμα δεν ενδιαφέρει ως θέμα και περνά απαρατήρητο. Το επαναφέρει όμως και το προτείνει ξανά το 2011. Έκτοτε ακολουθεί μια μακρά διελκυστίνδα για την αναγκαιότητα και την εφαρμογή του, ώστε να μην παραβιάζονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Τελευταία εξέλιξη σημειώθηκε στις 15 Ιουλίου 2015, όταν η αρμόδια επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου υιοθετεί μια αναθεωρημένη αναφορά σχετικά με την Οδηγία που είχε προτείνει η Επιτροπή, και δίνει το πράσινο φως για να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο. Ουσιαστικά η διαδικασία βρίσκεται σε τέλμα.

Όλοι παρακολουθούνται

Θα μπορούσε, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στις Βρυξέλλες, η αναβάθμιση του θέματος από πολλές πλευρές ταυτόχρονα να οφείλεται στην ενεργοποίηση μιας προσχεδιασμένης επικοινωνιακής μόχλευσης από οργανωμένα συμφέροντα, ομοτράπεζα του πολιτικού προσωπικού που θέλει το πρόγραμμα να τρέξει. Ο αναγκαίος όγκος αποδείξεων δεν υφίσταται για να θεωρηθεί κάτι τέτοιο δεδομένο, αλλά μια πάρα πολύ σημαντική «λεπτομέρεια» στην όλη ιστορία αρκεί για να κρατήσει τις υποψίες ζωντανές: Μέχρι την επίμαχη 20ή Νοεμβρίου, η επιτήρηση μέσω του PNR αφορούσε μόνον όσους ταξίδευαν από και προς κάποιο ευρωπαϊκό κράτος μέλος από τρίτες χώρες. Όλες τις προηγούμενες μέρες, ωστόσο, οι πλέον ενημερωμένοι, όπως ο ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και παρατηρητής της διαπραγμάτευσης γύρω από την Οδηγία στη σχετική επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου, Άξελ Φος, δεν ζητούν μόνο να τρέξει το PNR εδώ και τώρα αλλά το αντικείμενο του συστήματος να επεκταθεί και σε όλες τις ενδοευρωπαϊκές πτήσεις. Με λίγα λόγια, αντικείμενο επιτήρησης πρέπει να γίνουν και όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες.

Τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου θα αναρτηθούν στο Διαδίκτυο αργά το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Πρώτο θέμα είναι το PNR, για το οποίο έχει συμφωνηθεί ότι «πρέπει να περιλαμβάνει εσωτερικές πτήσεις». Πρέπει επίσης «να προβλέπει μια μακρά περίοδο κατά την οποία τα PNR δεδομένα μπορούν να διατηρηθούν σε μη κρυπτογραφημένη μορφή» και αυτά να μην περιορίζονται μόνο σε έρευνα «εγκλημάτων διεθνικής εμβέλειας». Η οριστική συμφωνία γύρω από το θέμα ορίζεται για την επερχόμενη Σύνοδο, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

Βάσεις δεδομένων ων ουκ έστιν αριθμός

Το Συμβούλιο εκείνη την ημέρα δεν περιορίστηκε στα PNR. Το κείμενο των συμπερασμάτων αποτελεί βάση για την (εδώ και χρόνια πολυπόθητη για το κατεστημένο της βιομηχανίας της ασφάλειας) σύντηξη πολιτικών για την τρομοκρατία, τη μετανάστευση και το οργανωμένο έγκλημα, με συνέπεια την καθιέρωση συστημάτων σαρωτικών ελέγχων, που καθιστούν πιθανό αντικείμενο επιτήρησης οποιονδήποτε Ευρωπαίο πολίτη. Το κυρίαρχο στοιχείο που διαπερνά το κείμενο είναι ο φετιχισμός των ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων και η αναφορά αναρίθμητων βάσεων δεδομένων που στο μέλλον θα μπορούν να αλληλεπιδρούν.

Ένα ενισχυμένο δείγμα τού πόσο πωρωμένοι είναι οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών με τα συστήματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης είναι και το σημείωμα που αποστέλλει το Συμβούλιο της Ε.Ε. για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας στις εθνικές αντιπροσωπείες τρεις ημέρες αργότερα, σχετικά με τη σύμπτυξη της λειτουργίας των εντυπωσιακά πολλών βάσεων δεδομένων που διατηρεί η Επιτροπή και τα όργανά της και την υποστήριξη με σχετική τεχνολογία αιχμής όσο το δυνατόν περισσότερων από τις υποδομές ελέγχου που δημιουργεί η Ε.Ε. για να ανακτήσει τον έλεγχο στο πεδίο της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος και της μετανάστευσης.

Η διπλή χαρά του βιομηχανικού συμπλέγματος

Διατρέχοντας το κείμενο της 20ής Νοεμβρίου, γίνεται φανερό ότι αυτός ο στρατηγικός μετασχηματισμός δεν έχει προκύψει μέσα σε μια εβδομάδα. Υπάρχει μια σαφής απόδειξη ότι πρόκειται για την κορύφωση μακροχρόνιου σχεδιασμού και πολιτικής μόχλευσης: Στο πέμπτο σημείο του κειμένου συμπερασμάτων, το Συμβούλιο επαναφέρει παλαιότερες δεσμεύσεις του και ζητά από την Επιτροπή «καθώς ενημερώνει την πρότασή της για τα Smart Borders, να παρουσιάσει επίσης μια πρόταση για στοχευμένες μετατροπές του Κώδικα Σένγκεν, ώστε να μπορούν να διεξαχθούν συστηματικοί έλεγχοι Ευρωπαίων πολιτών».

Το Smart Borders («Έξυπνα Σύνορα») είναι ακόμα ένα σύστημα την ολοκλήρωση του οποίου η Επιτροπή έχει δρομολογήσει από τον προηγούμενο Σεπτέμβριο. Οι έλεγχοι θα περιλαμβάνουν την «εξακρίβωση βιομετρικών στοιχείων με σχετικές βάσεις δεδομένων στα εξωτερικά σύνορα της ζώνης Σένγκεν, κάνοντας χρήση τεχνικών λύσεων ώστε να εμποδίζεται η [ανεξέλεγκτη] ρευστότητα των μετακινήσεων».

Όπως και το PNR, έτσι και το σύστημα Smart Borders έχει τη δική του δύσκολη προϊστορία: Και αυτό είχε προταθεί αρχικά για τον έλεγχο υπηκόων τρίτων χωρών, και αυτό είχε συναντήσει έντονες αντιδράσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, που είχαν αναγκάσει την Επιτροπή να το αποσύρει και μέσω ελιγμών να το επαναφέρει αργότερα. Έτσι, λοιπόν, τα οργανωμένα συμφέροντα του βιομηχανικού συμπλέγματος ασφαλείας στις 20 Νοεμβρίου είχαν τη διπλή χαρά και να τα δουν να κατοχυρώνονται αλλά και να επεκταθεί η εμβέλειά τους, ώστε να περιλαμβάνει την παρακολούθηση όλων των Ευρωπαίων πολιτών.

Ίσως σκεφτεί κανείς ότι μετά το Παρίσι η ανάγκη για κάτι τέτοιο ήταν πια αυταπόδεικτη. Για τα οργανωμένα συμφέροντα, όμως, το Παρίσι ήταν απλώς η τέλεια αφορμή για να προωθήσουν την ατζέντα τους. Δεν υπάρχει σαφέστερη ένδειξη γι’ αυτό από το ότι η πρόταση για επιτήρηση και όλων των Ευρωπαίων από το σύστημα Smart Borders είχε εμφανιστεί αρχικά, τραγική ειρωνεία, σε πρόταση της γαλλικής αντιπροσωπείας από τον… Σεπτέμβριο του 2015 (Έγγραφο του Συμβουλίου της Ε.Ε., υπ’ αρ. 12272/2105, Βρυξέλλες, 25.9.2015).

Ο «εκμοντερνισμός» του συστήματος που συζητήθηκε, σύμφωνα με τη γαλλική πρόταση, στο Συμβούλιο Εσωτερικών Υποθέσεων στις 8 Οκτωβρίου, οφείλει να επεκταθεί σε όλους ανεξαιρέτως, για δύο βασικούς λόγους: Ο ένας είναι ο κίνδυνος της τρομοκρατίας, με τα νέα χαρακτηριστικά που λαμβάνει τα τελευταία χρόνια. Ο δεύτερος, και ακόμη πιο ενδιαφέρων, ήταν το επιχείρημα ότι η υποχρεωτική ένταξη όλων των Ευρωπαίων πολιτών στους ελέγχους θα διευρύνει την απόδοση της επένδυσης στο σύστημα, εφόσον οι υπήκοοι τρίτων χωρών αποτελούν μόνο το 43% των διελεύσεων στα εξωτερικά «ευρωπαϊκά» σύνορα!

Η Επιτροπή θα παρουσιάσει ένα πλαίσιο αναθεώρησης του κανονισμού στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο στις 15 Δεκεμβρίου. Την ίδια μέρα που φτάνει στο Συμβούλιο ο νέος κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή. Σκοπός της μεταρρύθμισης είναι η διεύρυνση της ασφάλειας εντός της ζώνης Σένγκεν, «με τη μετατροπή του Κώδικα Συνόρων (Σένγκεν), ώστε να εισαχθούν συστηματικοί έλεγχοι των Ευρωπαίων πολιτών στα εξωτερικά επίγεια, θαλάσσια και εναέρια (αεροδρόμια) σύνορα». Σημαντικό ρόλο στους ελέγχους αυτούς θα έχουν τα βιομετρικά δεδομένα και οι έλεγχοι θα μπορούν να διεξάγονται και κατά την έξοδο από τη ζώνη Σένγκεν.

Επιπλέον, σαφές δείγμα ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα γεγονότα για να προχωρήσει τους σχεδιασμούς της είναι η διαπίστωση ότι το σύστημα Smart Borders αυτονόητα θα ενταχθεί στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής, όταν αυτή συγκροτηθεί και αρχίσει να λειτουργεί.

Επενδύσεις υπέρ της ασφάλειας ή υπέρ των εταιρειών;

Τι είναι η επιτήρηση των μετακινήσεων όλων των Ευρωπαίων πολιτών; Ένα «αναπόφευκτο» μέτρο ασφαλείας, σε μια εποχή που η ασύμμετρη απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας αποκτά ακραία επιθετικά χαρακτηριστικά; Μια τεράστια επιτυχία του βιομηχανικού συμπλέγματος της ασφάλειας, που κατάφερε να διπλασιάσει το αντικείμενο των συστημάτων επιτήρησης, άρα και τον τζίρο από την οικονομική δραστηριότητα που δημιουργούν; Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Το δεύτερο δεν μπορεί σίγουρα να προσφέρει πραγματικές λύσεις για το πρώτο. Διαλέγετε και παίρνετε. Η μόνη σταθερά εδώ είναι ο τζίρος της βιομηχανίας.

Ακόμα κι έτσι, τα συστήματα σάρωσης δεδομένων και αναφοράς σε βάσεις πληροφοριών είναι μόνο ένα κλάσμα της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας που εξασφαλίζουν για τις εταιρείες παραγωγής οπλικών συστημάτων και τις θυγατρικές τους οι πολιτικές εξελίξεις μετά το Παρίσι. Πραγματικά, δεν ξέρει κανείς από πού να αρχίσει και πού να τελειώσει.

Μέσα στο κλίμα των ημερών, οι υπουργοί Οικονομικών Γαλλίας και Γερμανίας, Μακρόν και Γκάμπριελ, θα αναφέρουν την πρόθεσή τους να φέρουν πρόταση για δημιουργία ταμείου ύψους 10 δισ. ευρώ, προς ενίσχυση της ασφάλειας και του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων και της φροντίδας των προσφύγων (Reuters, 24.11.2015). Στο ταμείο θα μπορούν να προσχωρήσουν και όσες ακόμα χώρες ενδιαφέρονται. Μέχρι σήμερα, πάντως, δεν έχουν επανέλθει στο θέμα.

50 δισ. επιδοτήσεις υπέρ της βιομηχανίας

Αυτήν την περίοδο, η Επιτροπή ξεκινά μια διαδικασία αναθεώρησης των οικονομικών μεγεθών των χρηματοδοτικών εργαλείων, των ταμείων AMIF και ISF, μέσω των οποίων ενισχύει τις πολιτικές ελέγχου των συνόρων των κρατών μελών. Αρχικά το πενταετές πλάνο του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας προβλέπει κεφάλαια ύψους 3,7 δισ. ευρώ, χρήματα που πάνε άμεσα στα κράτη μέλη για την αγορά πολλών διαφορετικών συστημάτων ασφαλείας και επιτήρησης. Ωστόσο, τόσο τα τακτικά όσο και τα έκτακτα κεφάλαια των δύο ταμείων θα αυξηθούν σημαντικά σε ετήσια βάση, λόγω των εξελίξεων γύρω από την προσφυγική κρίση.

Ένας αρχικός υπολογισμός, και μάλλον μετριοπαθής, των κεφαλαίων που θα δεσμευθούν από τους εθνικούς προϋπολογισμούς των ευρωπαϊκών κρατών στους τομείς της άμυνας και ασφάλειας μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι υπολογίστηκε από το Bloomberg σε 50 δισ. Η εισαγωγή της νέας Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής θα τριπλασιάσει τον σχετικό προϋπολογισμό της υπηρεσίας, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο της σημερινής Frontex, φτάνοντας συνολικά σε πάνω από μισό δισ. τον χρόνο.

Πέρα από το σοκ, ο κυνισμός

Περίπου μια δεκαετία χρειάστηκε η στρατιωτική βιομηχανία για να βρει τον δρόμο της μετά τον περιορισμό των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη στο 2% των εθνικών προϋπολογισμών. Το φιάσκο του πολέμου στο Ιράκ, η συντριπτική αλληλουχία των αποκαλύψεων από τα Wikileaks και τον Σνόουντεν και αργότερα η επέλαση των πολιτικών λιτότητας είχαν φέρει σε εξαιρετικά άβολη θέση όλο το σύμπλεγμα εξοπλιστικών και υπηρεσιών ασφαλείας, είχαν περιορίσει την πρόσβασή του σε κονδύλια και είχαν επιβάλει μια προδιάθεση για στοιχειώδη ρύθμιση των δραστηριοτήτων του. Θα ήταν αφελές να αντιληφθεί κανείς αυτούς τους περιορισμούς ως σημαντική ανάσχεση της δύναμής του. Ωστόσο, μια εξουσία όπως αυτή, από ένστικτο απεχθάνεται οποιαδήποτε μορφή λογοδοσίας και περιορισμού. Η εποχή μετά το Παρίσι, όπως όλα δείχνουν, θα είναι αυτή στην οποία το στατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι πολιτικοί ομοτράπεζοί του θα διεκδικήσουν εξουσίες πέρα από κάθε έλεγχο. Πάντα στο όνομα της ασφάλειας των ευρωπαϊκών κοινωνιών και με επιμέρους στόχο την περιστολή των δικαιωμάτων σε αυτές τις ίδιες.

Οι μετοχές απογειώθηκαν

Δεν υπάρχει ασφαλής μέθοδος για να εκτιμήσει κανείς το μέγεθος των κεφαλαίων από τα οποία η βιομηχανία θα επωφεληθεί τα επόμενα χρόνια, όσο η διαδικασία της στρατιωτικοποίησης θα εμβαθύνεται. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσει κανείς τα οφέλη που θα αποκομίσει το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ενεργό και στον τομέα της ασφάλειας, είναι η αποτύπωση τις τιμής των μετοχών των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών του τις πρώτες δέκα μέρες μετά την επίθεση στο Παρίσι. Η εικόνα μιλά από μόνη της.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s