Ο επίλογος της κοινωνικής συναίνεσης στην Ελλάδα

Η αποδόμηση του ασφαλιστικού συστήματος και των εργασιακών σχέσεων από τον υπουργό Εργασίας Ανδρέα Λοβέρδο δεν είναι μόνο μια ύπουλη απόπειρα μετασχηματισμού του χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Παρότι καταστρατηγεί μεγάλο μέρος αυτού που απομένει από τον πολιτικό πολιτισμό της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, το έλλειμμα που θα αφήσει ως παρακαταθήκη στους επόμενους είναι το μικρότερο μέρος της ζημιάς. Ακόμη και ο ελιγμός μετατροπής του από Προεδρικό Διάταγμα σε κοινοβουλευτική διαδικασία ήταν κακοεκτελεσμένος και καθόλου πειστικός, ο τακτικισμός ήταν εξαρχής ύπουλος.
Το πιο σημαντικό είναι ότι οι αλλαγές που προωθεί είναι η πρώτη φάση του επίλογου μιας ολόκληρης εποχής που χαρακτηρίστηκε από ανακωχή ανάμεσα στους χειριστές της κυριαρχίας και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Μοιάζει αστείο αλλά δεν είναι. Η αρχή του τέλους του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου στην Ευρώπη ξεκινά με της αλχημείες του υπουργού Εργασίας Λοβέρδου, που με ακροβασίες αποπειράται να περάσει από το παράθυρο, ως τετελεσμένο, τη χρεοκοπία της ζωής των ελληνικών μεσαίων στρωμάτων.

Υπάρχει μια μόνο αλήθεια στα επιχειρήματα του κ. Λοβερδου: Το τέλος τους είναι δεδομένο. Όπως άλλωστε και ο ίδιος παραδέχθηκε, τα μέτρα δεν σημαίνουν και πολλά αφού το καράβι πλέει ολοταχώς προς την ξέρα. Ίσως για αυτό προσφέρθηκε να τα σκληρύνει περισσότερο και από όσο του ζητήθηκε. Μπας και γράψει ιστορία. Έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία ότι την εκτέλεση μάλιστα την αναλαμβάνει αυτός, ο μαζικότερα σταυροδοτούμενος πολιτικός στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Το τέλος μιας εποχής που προκάλεσε την ευημερία των ελληνικών μεσαίων στρωμάτων θα παραγάγει και άλλες παρόμοιες σφαγές, αλλού στην Ευρώπη. Μια ευημερία που στην ουσία, για τα καθιμάς, υπήρξε κυρίως χρηματοδοτούμενη και υποβασταζόμενη από ξένα κέντρα, εξαγοράζοντας για δεκαετίες το ρόλο της χώρας. Το ρόλο, ετεροκαθοριζόμενο πλήρως, τον διακρίνει κανείς μέσα από την εξέλιξη τον γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων και τους ιδεολογικούς μετασχηματισμούς που καθορίζουν το δυτικό παράδειγμα στη διάρκεια του εικοστού αιώνα.

Αρχικά, και για δεκαετίες, η Ελλάδα ως μέτωπο της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης. Σε επίπεδο κοινωνίας αυτό ωριμάζει και εκδηλώνεται πρακτικά ως εθνικός διχασμός, σε επίπεδο γεωπολιτικών συσχετισμών η Ελλάδα είναι το buffer zone του παραπετάσματος. Στα τέλη της δεκαετίας του 80, η ψυχροπολεμική αρένα μεταλλάσσεται σε νότιο-ανατολικό-ευρωπαϊκό Ελ Ντοράντο και η τρίτη ελληνική δημοκρατία χάνει κάθε εναπομείνασα ελπίδα να προσφέρει αυτό που οραματίσθηκε μια δυναμική περιθωριακή μειοψηφία από τη γενιάς της μεταπολίτευσης. Μια αναβαθμισμένη ποιοτικά αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. Η χώρα, μακριά από βλακώδη εθνικιστικά παραληρήματα και ιαχές περί ισχυρής Ελλάδας, ήταν πάντα ένα περιφερειοποιημένο θέρετρο πολυτελείας.

Σε αυτό το συσχετισμό συνθηκολογούν όλοι όσοι έπειτα, ως πολιτικές δυνάμεις ή προβεβλημένα στελέχη του τόπου, θα πάρουν ρόλο στη μεγάλη παράσταση. Σταδιακά το φιάσκο της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας θα εξελιχθεί σε μεγάλο πλιάτσικο, οπού βλαχομπαρόκ ελίτ, μέσα σε ένα πνεύμα ελευθεριότητας και δήθεν προοδευτισμού, διαφθείρονται, χρηματίζονται και πλουτί,ζουν υποθηκεύοντας το μέλλον της κοινωνίας. Ταυτόχρονα φιλάνε και τα ράσα, χορεύουν ζεϊμπεκιές και κάνουν κωλοτούμπες στην επαρχία, που την αφήνουν να ζει ακόμα με την ανάμνηση του Κωλέτη.
Το αντάλλαγμα για την κοινωνική σιωπή είναι η διόγκωση του πελατειακού ρουσφετολογικού κράτους, που και αυτό συντελείται με μια φατριαστική-κομματική νοοτροπία. Έτσι απλά και πρωτόγονα ξοδεύτηκαν 30 χρόνια μεγαλοπιάσματος. Εάν κάποιοι κόπτονται ότι σήμερα είμαστε συνυπεύθυνοι όλοι, ίσως έχουν δίκιο. Είμαστε. Κάποιοι λίγοι γιατί καταχράστηκαν τα πάντα, οι περισσότεροι γιατί το βουλώσαμε για μερικά χιλιάρικα. Άλλα σε αυτό έχει απαντήσει ήδη η ζωή. «Μόνο η σιωπή είναι ντροπή. – Ferdinando Nicola Sacco». Υπάρχει τώρα τελευταία και η «σιωπή» των προοδευτικών φιλελεύθερων κουλτουριάρηδων που υποστηρίζουν την θεωρία της συνυπευθυνότητας και αναγουλιάζουν με τον πρωτογονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Λογικό, αυτοί ζούσαν πάντα αλλού.

Τον αηδιαστικό ωστόσο ρόλο σε αυτή την ιστορία θα τον παίξει η μεταπολιτευτική οργανωμένη αριστερά. Εκποιώντας με τη σειρά της, σε μια εποχή όπου όλες οι αρχές αποκτούσαν μια αξία, την κληρονομιά κοινωνικών αγώνων και της ιστορικής αντίστασης στην αντίδραση, ντόπια και ξένη, ποδηγετεί για χρόνια τις κοινωνικές αντιδράσεις και τις εκτονώνει μέσω μιας δήθεν επαναστατικότητας. Ενώ παρασκηνιακά υπογράφει δηλώσεις, συμβάσεις και ό,τι άλλο βρεθεί μπροστά της εν είδει ανακωχής, και τις λίγες φορές που το μαχαίρι φτάνει στο κόκαλο ποιεί την νήσσαν, στο προσκήνιο δεν το βουλώνει ποτέ. Αφηγείται διαρκώς την ιστορία μιας καλύτερης κοινωνίας, την οποία μόνο αυτή μπορεί κάποτε να οργανώσει και ερεθίζεται με την υψηλή πολιτική, ενώ στην ουσία της παραμένει βαθιά αντικοινωνική. Σχεδόν πάντα απούσα από τους κοινωνικούς χώρους που το κράτος έχει εγκαταλείψει προ πολλού. Μακριά από τους άστεγους, τους τοξικομανείς, τους μετανάστες, τους σωφρονισμένους, τους εργασιακούς χώρους στους οποίους δεν ηγεμονεύει, μακριά από τους μη-χώρους της κοινωνίας, από τους οποίους όμως αντλεί έμπνευση όποτε αρθρώνει λόγο περί κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η αριστερά φέρεται σαν μια φαντασμένη πριγκίπισσα που καθόλου δεν της αρέσει η βρομιά που παράγει η κοινωνία. Πολύ πρακτικά, δεν της αρέσει η ιδρωτίλα στα βαγόνια του ΗΣΑΠ, για αυτό πάει στη δουλειά με ΙΧ. Δεν της αρέσει ο φραπές που φτιάχνουν, τίγκα στη ζάχαρη, τα φραπεδάδικα πέριξ της Ομονοίας, για αυτό πάει για εσπρέσο από Ακαδημίας και πάνω. Και μετά οργανώνει καμιά ημερίδα για τους κάποιους λίγους που έχουν μείνει μόνοι τους στις επικίνδυνες ζώνες. Δεν της αρέσει το βρωμόξυλο των μπάτσων, για αυτό παλινδρομεί μεταξύ παραβατικότητας και νομιμοφροσύνης. Ενώ την εξιτάρει η τυφλή βια των μπάχαλων γιατί της φτιάχνει τις πορείες και δε μοιάζουν με κηδείες, την καταδικάζει όταν της σφίγγουν τα λουριά οι κυρίαρχοι. Όταν όμως πάει να χάσει κάνα σωματείο ξυπνά μέσα της ο μέγας τραμπούκος και αδειάζει αγώνες και δικαιώματα. Έτσι απλά ξοδεύτηκε 30 χρόνια τώρα η ιστορία τόσων ανώνυμων που φτύσαν αίμα πιο πριν, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τώρα στον καιρό του επιλόγου μένει να θυμάται κανείς, ότι υπήρχαν και κάποιοι λίγοι αξιοπρεπείς που προτίμησαν την ανωνυμία και τον ωκεανό της πραγματικής ανιδιοτέλειας. Μεγάλο το μάθημα τους.

Το πιο φαιδρό φαινόμενο της εποχής είναι η απορία της μιντιακής αυτοκρατορίας , την οποία επίσης εξέθρεψε η εποχή του μεγάλου πλιάτσικου, μπροστά στην ένταση των κοινωνικών αντιδράσεων. Η απορία αυτή ναι μεν διεκπεραιώνεται με οικονομίστικα επιχειρήματα και μυωπικές κοινωνικό-πολιτικές αναλύσεις αλλά στην πραγματικότητα απευθύνει στην κυριολεξία προς τους Έλληνες το «γιατί σήμερα; Που αυτοί που σε δούλευαν για μια τριαντακονταετια, φτάνουν έξω από τη πόρτα σου με ένα τσεκούρι. Εσύ γιατί δε το βουλώνεις;». Τα μέτρα του Λοβέρδου, τα αναγκαία και καθυστερημένα, ισοδυναμούν με κήρυξη πολέμου προς την κοινωνία γιατί απλώς ανατρέπουν τη βάση πάνω στην οποία διεκπεραιώθηκε η κοινωνική συναίνεση στην Ελλάδα εδώ και τριάντα χρόνια. Δίκαια η άδικα, το μίζερο ελληνικό κράτος ήταν η σκαλωσιά, η κολλώδης ουσία, που διεκπεραίωσε την κοινωνική συνοχή, το μοναδικό θεσμό που εγγυάται την κοινωνική ειρήνη,.

Για τους ορθόδοξους πουριτανούς μιντιάδες που αντλούν φωνή και δύναμη επιχειρημάτων σήμερα από μια ανύπαρκτη καθαρότητα που σε καμιά περίπτωση δεν έχουν (έχουν συναλλαχθεί και βουτηχτεί στην διαφθορά όσο κανείς έτσι και αλλιώς), η κοινωνική συνοχή είναι μια λεπτομέρεια. Μπορεί να έχουν το ύφος του τα ξέρω όλα, αλλά εκτός μερικών εξαιρέσεων δεν έχουν πάει πιο πέρα από τη γωνία. Και να πεις ότι έλειπαν τα παραδείγματα, η γειτονιά μας είναι γεμάτη από κοινωνίες που βίωσαν για μήνες και χρόνια την απουσία συναίνεσης. Θα ξέραν ότι πολύ απλά όταν πια βγαίνουν τα φαντάσματα στο δρόμο τα κεφάλαια της ιστορίας γράφονται μόνο με στάχτες και αίμα.

Ψιλά γράμματα όλα αυτά. Σημασία γι’ αυτούς έχουν οι ορθολογικές μεταρρυθμίσεις και να βγαίνουν τα νούμερα. Απορούν λοιπόν σήμερα, για πράγματα που έχουν απαντηθεί εδώ και πενήντα χρόνια. Ακόμα και ο Καρλ Πολάνυι, που ούτε μαρξιστής ήταν ούτε αντιφιλελεύθερος, κοιτώντας την εξέλιξη των ιδεών που γονάτισε των ευρωπαϊκό πολιτισμό στις αρχές του 20ου αιώνα, μπόρεσε να δει ξεκάθαρα ότι η κοινωνία ενστικτωδώς αντιδρά στους μετασχηματισμούς που καταστρέφουν την κοινωνική συνοχή. Αντιδρά γιατί οι μετασχηματισμοί δεν είναι παράγωγα καμιάς φυσικής εξέλιξης και εξόφθαλμης ανάγκης, όσο και εάν επιμένουν οι απολογητές του χρηματοπιστωτικού φονταμενταλισμού εδώ και σαράντα χρόνια. Είναι μετασχηματισμοί αποφασισμένοι σε δωμάτια από τα οποία η πραγματική δημοκρατία συνήθως αποκλείεται και υπαγορευμένοι από την κυριαρχία. Από τρόικες, και διεθνείς οίκους αξιολόγησης και σκιώδης δυνάμεις που οραματίζονται το κόσμο χωρίς να συνδιαλέγονται μαζί του. Είναι μετασχηματισμοί βαθιά αντικοινωνικοί.

Όπως αντικοινωνικός είναι και ο τρόπος των μιντιάδων. Μονόλογοι, ταυτολογίες, και αναμάσημα ανεδαφικών επιχειρημάτων που δεν απαντιούνται ποτέ στα Κυριακάτικα πρωτοσέλιδα τους. Από τα οποία επιμελώς αποκλείεται η κοινωνία, εφόσον μεθοδικά χειραγωγείται το ρεπορτάζ και αποθαρρύνεται η δημοσιογραφική έρευνα ― εκτός και εάν εξυπηρετούν την ατζέντα ή προσφέρουν άλλοθι. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι και ο ήπιος δημοσιογραφικός φασισμός της εποχής μας, από τον οποίο αντλούν την εξουσία τους, είναι υποπροϊόν της ίδιας παρακμής που χαρακτηρίζει την κοινωνία που αποστρέφονται γενικότερα.

Είναι ανατριχιαστικό να βλέπει κανείς αυτές τις μέρες περιφερόμενους ετερόφωτους αναλυτές να αναρωτιούνται για το έλλειμμα πολιτικού πολιτισμού, τις αντιδραστικές αντίστασης της κοινωνίας, τη σήψη του κράτους, την χειραγώγηση των εργατικών δικαιωμάτων από τους λίγους ενάντια στους πολλούς και αλλά τέτοια νηπιακά. Και όποτε βαριούνται με τα βαρετά που λένε, θυμούνται ότι «Υπάρχει και ο νόμος και η τάξη» – [για αυτούς που δεν συμφωνούν με αυτά που λέμε].

Αυτό που δεν είχαν υπολογίσει μιντιάδες, αριστεροί πολυτέλειας, η κυβερνώσα σοσιαλδημοκρατία και οι δορυφόροι της, για αυτό το τελευταίο επεισόδιο του σίριαλ, ήταν ότι η κωμωδία της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας μπορεί να τελειώσει με μίνι θρίλερ. Νόμιζαν ότι εάν τρίξουν τα δόντια στους καταχρεωμένους νοικοκυραίους αυτοί θα κάτσουν προσοχή. Ευτυχώς δεν θα γίνει τίποτα από αυτά που έχουν σχεδιάσει. Δυστυχώς θα γίνουν πολύ χειρότερα. Όσο οι απολογητές της κυριαρχίας αποτυγχάνουν να ελέγξουν τους κοινωνικούς κραδασμούς, κάθε μέρα και από λίγο, θα τελειώνει και ο δικός τους ρόλος. Έπρεπε να το ξέρουν οι φωστήρες, ότι οι κοινωνίες δεν είναι αμνοί για να πεθαίνουν στη σιωπή.

Έπειτα θα μας τα πει ωμά η κυριαρχία, αυτή καθορίζει το σενάριο και υπαγορεύει την ατζέντα, πάντα. Έχοντας συγκρουστεί με τη κοινωνία με θατσερική πυγμή και έχοντας επιβάλει τους συσχετισμούς εκ νέου θα της φορέσει με το έτσι θέλω την διάδοχη κατάσταση καπέλο. Αυτό το ρόλο παίζει και ο Λοβέρδος: σπρώχνει την κοινωνία να συγκρουστεί τυφλά με την κυριαρχία, για να την τσακίσουν. Έτσι ωμά και χωρίς αναστολές, όπως ξέρουν μόνο οι τεχνοκράτες. Λίγο πολύ οι εναλλακτικές είναι δεδομένες: ένα κόμμα τεχνοκρατών με μερικούς μιντιάδες που τα λένε και καλά στο προσκήνιο ή παράταξη επιχειρηματιών με πασπάλισμα μερικούς διασωθέντες ναυαγούς πολιτικούς. Και εάν δε βγαίνει η συνταγή, υπάρχουν και άλλες λύσεις: Μας τις είπε πριν λίγες μέρες ο μέγας επίτροπος Μπαρόζο

Πρωτοδημοσιευτηκε στο Politicon 29.06.2010

shortlink: http://wp.me/p3HsmP-h

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s